medicalartclinic@gmail.com

Η ψωρίαση είναι μια χρόνια αυτοφλεγμονώδης νόσος που επηρεάζει κυρίως το δέρμα. Δεν είναι μεταδοτικής φύσεως. Κλινικά χαρακτηρίζεται από ερυθηματώδεις κηλίδες, βλατίδες και πλάκες, οι οποίες καλύπτονται από αργυρόχροα λέπια. H κλασσική εντόπιση των βλαβών είναι στους αγκώνες και στα γόνατα. Επηρεάζει εξίσου άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και αφορά περίπου 1-3% του παγκόσμιου πληθυσμού.

Οι παράγοντες που συνδέονται με την έναρξη και την πρόοδο της ψωρίασης είναι τόσο γενετικοί, όσο και περιβαλλοντικοί. Φαίνεται να υπάρχει μία σχέση κληρονομικότητας, ως προς την προδιάθεση της ασθένειας. Το στρες, το κλίμα – και ιδιαιτέρως οι χαμηλές θερμοκρασίες σε συνδυασμό με υψηλή υγρασία – κάποιες φαρμακευτικές αγωγές, καθώς και συγκεκριμένες μικροβιακές λοιμώξεις ενοχοποιούνται για την πυροδότηση της ψωρίασης, ενώ η κατανάλωση αλκοόλ και το κάπνισμα σίγουρα επιδεινώνουν τα συμπτώματα.

Παρουσιάζει δύο εξάρσεις ετησίως, συνήθως την άνοιξη και τον χειμώνα, με την περίοδο του καλοκαιριού να δρα συνήθως ανασταλτικά για τη νόσο, λόγω αύξησης  της  ηλιοφάνειας  και μείωσης της υγρασίας.

Ψωρίαση κατά πλάκας

Είναι ο συνηθέστερος τύπος ψωρίασης που εκδηλώνεται με κόκκινες και λευκές λεπιδώδεις πλάκες στην επιφάνεια του δέρματος και τα χαρακτηριστικά της συμπτώματα είναι ο κνησμός, η απολέπιση και η στικτή αιμορραγία.

Σταγονοειδής Ψωρίαση

Χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση μικρών, ερυθρών, μεμονωμένων σταγονοειδών βλατίδων ή πλακών στο δέρμα. Οι αλλοιώσεις αυτές εμφανίζονται σε εκτεταμένες περιοχές του σώματος, όπως ο κορμός, τα άκρα και ίσως το τριχωτό και το πρόσωπο. Τα συμπτώματα ψωρίασης αυτού του τύπου εμφανίζονται συνήθως πολύ ξαφνικά και σε νεότερους ασθενείς, κυρίως μετά από λοίμωξη από στρεπτόκοκκο.

Ανάστροφη Ψωρίαση

Συνήθως εμφανίζεται σε υπέρβαρα άτομα, στις περιοχές της μασχάλης, της βουβωνικής χώρας, κάτω από την κοιλιακή χώρα και το στήθος. Τα συμπτώματα ψωρίασης αυτού του τύπου δεν περιλαμβάνουν απολέπιση, αλλά ερυθρότητα στην περιοχή των πτυχών με σαφή όρια. Επιδεινώνεται με την τριβή και τον ιδρώτα, είναι ευάλωτη σε μυκητιάσεις και μπορεί να προκαλέσει έντονο πόνο και κνησμό.

Φλυκταινώδης Ψωρίαση

Χαρακτηρίζεται από τον σχηματισμό φλυκταινών (πυωδών φυσαλίδων), οι οποίες μετά από την πάροδο κάποιων ημερών αποξηραίνονται.  Διακρίνονται δύο τύποι φλυκταινώδους ψωρίασης, η εντοπισμένη φλυκταινώδης ψωρίαση παλαμών-πελμάτων και η γενικευμένη φλυκταινώδης ψωρίαση που χαρακτηρίζεται από γενικευμένο εξάνθημα.

Ερυθροδερμική Ψωρίαση

Εμφανίζεται είτε αιφνίδια χωρίς προηγούμενο ιστορικό ψωρίασης, είτε ως αποτέλεσμα επιδείνωσης μίας προϋπάρχουσας χρόνιας ψωρίασης. Πρόκειται για μία σοβαρή μορφή της νόσου, η οποία χαρακτηρίζεται από καθολική φλεγμονή και ερυθρότητα του δέρματος. Η προσβολή του δέρματος μπορεί να είναι πλήρης ή μερική, αφήνοντας μικρές περιοχές μη προσβεβλημένου δέρματος.

Ψωρίαση Νυχιών

Εμφανίζεται στα νύχια των χεριών και των ποδιών και χαρακτηρίζεται από βοθρία, κίτρινο αποχρωματισμό που μοιάζει με σταγόνα λαδιού κάτω από την επιφάνεια του νυχιού, ονυχόλυση και πάχυνση του δέρματος κάτω από το νύχι που μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια του νυχιού.

Ψωριασική Αρθρίτιδα

Το άτομο πάσχει ταυτόχρονα από ψωρίαση και αρθρίτιδα ή ίσως και μόνο από αρθρίτιδα, και τα συμπτώματα είναι φλεγμονές στις αρθρώσεις και το συνδετικό ιστό. Αποτελεί μία ξεχωριστή μορφή η οποία εμφανίζεται στο 15 έως 25% των ασθενών με ψωρίαση. Προκαλεί φλεγμονή στις αρθρώσεις και συχνότερα στους καρπούς, στα γόνατα, στους αστραγάλους και στον αυχένα. Προσβάλλει συνήθως τις άκρες των δακτύλων των χεριών και των ποδιών και ενδέχεται επίσης να προσβάλλει τη σπονδυλική στήλη. Η πορεία της είναι συχνά εξελικτική και απαιτεί έγκαιρη και αποτελεσματική συστηματική θεραπεία, έτσι ώστε να προληφθεί η διάβρωση των αρθρώσεων.

Η θεραπεία της ψωρίασης μειώνει την φλεγμονή στο δέρμα και το καθαρίζει από τα νεκρά κύτταρα. Οι υπάρχουσες θεραπευτικές προσεγγίσεις ταξινομούνται σε τρεις βασικές κατηγορίες:

  • την εφαρμογή φαρμάκων τοπικά στο δέρμα (τοπική θεραπεία),
  • τη χρήση της υπεριώδους ακτινοβολίας (φωτοθεραπεία), και
  • τη χορήγηση φαρμάκων, είτε από το στόμα, είτε σε ενέσιμη μορφή, τα οποία στοχεύουν το ανοσοποιητικό σύστημα (συστηματική θεραπεία).

Η θεραπευτική αυτή στρατηγική εξατομικεύεται για κάθε ασθενή και συνυπολογίζει τη βαρύτητα, την έκταση και τη μορφή της νόσου, καθώς και την ανταπόκριση του ασθενούς σε προηγούμενες θεραπείες. Παράλληλα, θα αξιολογηθεί η δυνατότητα χορήγησης από πλευράς ανοχής και ασφάλειας της προς επιλογήν θεραπείας (π.χ. αν υπάρχουν αντενδείξεις για μια συγκεκριμένη κατηγορία φαρμάκων, ή ιστορικό που να αποκλείει κάποιες επιλογές). Κατά τη χορήγηση μίας συγκεκριμένης θεραπείας, λαμβάνεται επίσης υπόψιν η ηλικία, η ψυχολογική κατάσταση, ακόμη και η εποχικότητα (π.χ. για μερικούς ασθενείς η έκθεση στον ήλιο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, είναι από μόνη της ευεργετική).